Από μικρή αγαπούσα την κοιλάδα των Τεμπών. Θυμάμαι παιδί τον εαυτό μου να κατεβαίνω από το αυτοκίνητο τρέχοντας, κάθε φορά που μας πήγαιναν οι γονείς μου. Αλώνιζα ελεύθερη, ανάμεσα στους πάγκους που έστηναν τα καλοκαίρια οι πλανόδιοι μικροπωλητές. Χάζευα, έτρεχα, θυμάμαι να ακούω τα νερά να τρέχουν με ορμή ανάμεσα στις χαράδρες, την κρεμαστή γέφυρα που μας πέρναγε απέναντι και φυσικά το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Κάθε καλοκαίρι ανυπομονούσα να βρεθώ εκεί.

Αυτές οι αναμνήσεις έχουν χαράξει τα παιδικά μου χρόνια. Όταν πολλά πολλά χρόνια μετά από εκεί που η καρδιά μου πετάριζε από χαρά και προσμονή, κάθε μου πέρασμα από εκείνο το σημείο, μου φέρνει ένα σφίξιμο στο στομάχι. Μια θλίψη, μια στενοχώρια.

Δεν πιστεύω σε καμία κατάρα, σε κανέναν κακό τόπο, ή μέρος, μα βαθιά μέσα μου όταν οδηγώ περνώντας από εκείνο το σημείο πια, οδηγώ πιο γρήγορα, βιάζομαι να περάσω γρήγορα από εκεί. Δεν περνάει ούτε σαν σκέψη από το μυαλό μου, ούτε καν να σταματήσω. Κάθε φορά η ματιά μου χάνεται στα πελώρια βουνά, η σκέψη μου τρέχει σε όλες τις εικόνες που κουβαλάω και θα κουβαλάω για πάντα, ταξιδεύει το μυαλό, καρδιοχτυπάει η καρδιά, μα δεν πρόκειται να σταματήσω. Με πιάνει πάντα το ίδιο δέος από τότε που ήμουν παιδί, μα τώρα νοιώθω και πόνο και θυμό.

Δεν ξέρω τι να πεις σε μια μάνα, σε έναν πατέρα, όταν μετράει μια μια τις μέρες της απουσίας. Όταν ανοίγει την κλειστή πόρτα του παιδικού δωματίου. Όταν καμία παρουσία δεν βγαίνει από το δωμάτιο. Όταν κανένα σώμα δεν κοιμάται στο κρεβάτι. Όταν η φωνή ενός παιδιού σωπαίνει.

Ξέρω και μπορώ να αισθανθώ πως είναι να μπαίνεις σε ένα παιδικό δωμάτιο άδειο. Γιατί αυτό το σπίτι που χάνει ένα παιδί, είναι άδειο, κενό. Και δεν υπάρχει κάτι, για να αναπληρώσει αυτό το κενό.

Πολλές φορές μιλάμε για δικαίωση, για ανάληψη ευθύνης και για απόδοση δικαιοσύνης. Και πράγματι είναι τόσο πολύτιμη αυτή η απόδοση δικαιοσύνης, για αυτούς που μένουν πίσω. Κανένα σώμα δεν θα γυρίσει στο κρεβάτι του, κανένα γέλιο δεν θα αντηχήσει, καμία χαρά δεν θα ξανάρθει, το ξέρουν καλά αυτό. Μα είναι το μόνο που τους έχει απομείνει, είναι το μόνο που τους δίνει δύναμη να συνεχίσουν να ζουν.

Η ηθική δικαίωση για τα νεκρά παιδιά τους, είναι ο πικρός φόρος τιμής που περιμένουν για να τα δικαιώσουν. Και οι γονείς τη ζητούν από μια χώρα, την χώρα που αγαπάνε, που ζουν, που παλεύουν, τη χώρα που δεν είναι ικανή να τους την δώσει. Και δεν είναι ικανή γιατί αυτή η χώρα, ποτέ δεν εφάρμοσε τους νόμους της.

Αυτή η χώρα είναι πολύ δυνατή στην θέσπιση νόμων, αλλά τόσο ανίκανη να τους εφαρμόσει. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να σταματήσει να συμβαίνει. Πρέπει να σταματήσει όχι γιατί έτσι θα πάει μπροστά αυτή η χώρα όπως συνήθως λέμε, αλλά γιατί αυτή η χώρα πρέπει επιτέλους να μάθει να σέβεται τους πολίτες της.

Οι ηγέτες αυτής της χώρας πρέπει να μάθουν να πληρώνουν τα λάθη τους. Το κράτος πρέπει να μάθει να πληρώνει τα λάθη του όταν ευθύνεται. Όταν τα λάθη τους παίρνουν παιδιά από τα κρεβάτια τους, η τιμωρία πρέπει να εφαρμόζεται προς όλους όσους φέρουν την ευθύνη.

Η λήθη, ένα γνώρισμα αυτής της χώρας πολύ γνώριμο, έχει πάψει να υπάρχει. Έχει πάψει να υπάρχει, γιατί καμία μάνα δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσει τον δολοφόνο του παιδιού της.

Η συγκάλυψη έχει πάψει πια να υπάρχει.

Η φωνή αυτών που έμειναν πίσω, είναι πολύ δυνατή και τίποτα δεν θα την κάνει να σωπάσει.

Εκείνη την νύχτα, οι μανάδες δεν κοιμήθηκαν

Τριακόσιες εξήντα πέντε νύχτες μετά, είναι ακόμη ξάγρυπνες.

Άραγε εκείνοι που ευθύνονται, κοιμούνται τις νύχτες;

Άραγε οι μάνες εκείνες θα κοιμηθούν κάποια νύχτα δικαιωμένες;

Άραγε οι ψυχές εκείνες έχουν βρει την γαλήνη, ή ακόμη ταξιδεύουν περιμένοντας την δική τους δικαίωση;

Άραγε αυτή η χώρα θα σεβαστεί επιτέλους τους πολίτες της;

Το τρένο των ψυχών θα στοιχειώνει για πάντα τα ταξίδια μας.

Όσα στρώματα τσιμέντου κι αν ρίξουν, όσο κι αν θέλουν να θάψουν, να ξεχάσουν, κάτω από το τσιμέντο πάντα θα υπάρχουν ανθρώπινα μέλη, μέλη από τα τα παιδιά τους, κομμάτια από τα ρούχα τους, αντικείμενα δικά τους που θα θυμίζουν εκείνο το ταξίδι, εκείνα τα παιδιά. Σε εκείνο το τρένο ήταν τα δικά τους, σήμερα το δικό μου, το δικό σου.

Σε ένα τρένο που δεν έφτασε ποτέ.

Σε μανάδες που περίμεναν στον σταθμό το παιδί τους, που δεν έφτασε ποτέ.

Τα τρένα θα συνεχίσουν τα ταξίδια τους.

Στους σταθμούς θα περιμένουν μανάδες, πατεράδες, αδέρφια φίλοι.

Κάποιοι θα αγκαλιαστούν ξανά. Κάποιοι άλλοι ποτέ.

Ένα τρένο δεν έφτασε ποτέ

Ένα παιδί δεν έφτασε ποτέ

Και πολλές μανάδες και πατεράδες, που δεν θα ξεχάσουν ποτέ.

Γιώργος 15 ετών

Αναστασία 19 ετών

Θώμη 20 ετών

Χρύσα 20 ετών

Αναστασία 20 ετών

Αναστάσιος 21 ετών

Μαρία-Θωμαή 21 ετών

Φραντσέσκα 21 ετών

Γιώργος 22 ετών

Ελένη 22 ετών

Ιορδάνης 22 ετών 

Κλαούντια 22 ετών

Αφροδίτη 23 ετών 

Αγάπη 23 ετών

Ιφιγένεια 23 ετών

Άγγελος 23 ετών

Ντένις 23 ετών 

Κυπριανός 23 ετών

Νικήτας 23 ετών 

Αναστασία 24 ετών

Καλλιόπη 24 ετών

Δήμητρα-Ευαγγελία 25 ετών

Ελισάβετ 26 ετών

Δημήτρης 26 ετών

Νίκος 27 ετών

Σωτήρης 28 ετών

Ελπίδα 28 ετών

Γιάννης 28 ετών

Δημήτρης 29 ετών

Παναγιώτης 29 ετών

Σοφία-Ελένη 32 ετών

Δημήτρης 32 ετών

Βάιος 34 ετών

Αθηνά 34 ετών 

Μοχάμεντ 34 ετών

Σπύρος 35 ετών 

Ιονέλ 35 ετών

Λένα 39 ετών

Βάγια 42 ετών

Ιωάννης 48 ετών

Ανδρέας 49 ετών

Μαρία 51 ετών

Βασίλειος-Κυριάκος 52 ετών

Βαγγέλης 54 ετών

Βασιλική 55 ετών

Μαρία 55 ετών

Γιάννης 55 ετών

Χρυσούλα 56 ετών

Μαρία 56 ετών

Γιώργος 57 ετών

Γιώργος 59 ετών

Παβλίνι 62 ετών

Γιάννης 63 ετών

Ευαγγελία 63 ετών

Γιώργος 67 ετών

Ένας Σύριος μετανάστης

Εριέτα 23 ετών αγνοείται

Η αμαξοστοιχία IC62 αναχωρεί από την Αθήνα ώρα 19.22 με 350 επιβαίνοντες και τελικό προορισμό την Θεσσαλονίκη. Το ίδιο βράδυ η εμπορική αμαξοστοιχία 63503 αναχωρεί από Θεσσαλονίκη προς Λάρισα

Τα δυο τρένα κινούνται με ταχύτητα 166χλμ και 114χλμ αντίστοιχα επί δώδεκα λεπτά, στις ίδιες ράγες προς τον θάνατο.

Στον οικισμό Ευαγγελισμού Λάρισας

Στις 23:21:26 συγκρούονται μετωπικά και ο χρόνος στην κοιλάδα των Τεμπών σταμάτησε.

350 επιβάτες

20 εργαζόμενοι 

2 στην εμπορική αμαξοστοιχία

Απολογισμός 57 νεκροί

Για όλους αυτούς τους γονείς που έχασαν τα παιδιά τους, την χαρά τους, τα χαμογελά τους, την ζωή τους, ψηφίστε, ψηφίστε, να γίνουν μια όλες τους οι φωνές, να ακουστεί από δω ως τον ουρανό εκεί που είναι τα αγγελούδια τους, μέχρι τα πέρατα του κόσμου.

* κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι γιατί ουρλιάζανε οι άνθρωποι. Μονάχα τα ολοστρόγγυλα μάτια τους να θωρήσεις, τόσα και τόσα θα σου ειπούνε, για τα πολλά και τα λίγα μερόνυχτά τους, σε μια χειροπέδα αέναα σιδεροδέσμιοι, σα να ήταν για εκείνους γραφτό, να αποθάνουν μαζί, κι όμως, δεν ήταν, δεν ήταν. Πέθαναν μονάχοι.

Μενέλαος Λουντέμης

Οδός Αβύσσου αριθμός 0.

Η φωτογραφία ανήκει στον εικαστικό Γιώργο Κόφτη και απεικονίζει 58 καρφιά. 

57 για τα θύματα της σιδηροδρομικής τραγωδίας και 1 συμβολικά για τους αγνοούμενους και τους επιζώντες.