Καθόσουν απέναντί μου. Είχαμε χρόνια να βρεθούμε απέναντι ο ένας από τον άλλον. Έπιασες τον αναπτήρα σου να ανάψεις το τσιγάρο και εγώ απλά σε χάζευα.
Πάντα εκεί, ένα τηλέφωνο αρκεί και είσαι πάντα εκεί. Σε κοιτάζω και παρατηρώ πως καπνίζεις ακόμη πολύ.
Σκέφτομαι να τώρα έτσι όπως σε κοιτάζω, πως καπνίζω κι εγώ πολύ, με συνέπεια ο αναπτήρας μου να αδειάζει πολύ γρήγορα.
Έτσι για εμένα, είναι πλέον άδειος, τελειωμένος.
Και φυσικά τον πετάω.
Σε ακούω να μιλάς, να μου θυμίζεις σκηνικά από γεγονότα που ζήσαμε και στάθηκα σε ένα αστείο περιστατικό που αφελώς πίστεψα.
Σκέφτομαι πως πιστεύω ακόμα πολύ στους ανθρώπους, με συνέπεια κάποιες φορές να με κοροιδεύουν. Να υποτιμούν την νοημοσύνη μου.
Και εγώ δίνω αρκετές ευκαιρίες να αλλάξουν, να διορθώσουν την συμπεριφορά τους.
Γιατί λέω δε βαριέσαι, άνθρωποι είναι σφάλματα κάνουν.
Ακούω την μουσική να παίζει
Ο Β. Κωνσταντινίδης καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκετε, έγραψε ένα άσμα λαικό, το οποίο έδωσε να ερμηνεύσει η Άντζελα Δημητρίου.
Συνεχίζεις να μιλάς κι εγώ συνεχίζω να σε παρατηρώ. Και σκέφτομαι…
Άραγε αυτός ο άνθρωπος πόσους χαλασμένους χαρακτήρες συνάντησε στην ζωή του;
Και τάχα ποιος να το έλεγε στην ερμηνεύτρια το μακρινό 1996, πως δίπλα σε αυτό το τραγούδι, οι φωτογραφίες που θα μπορούσαν να το πλαισιώσουν, θα γέμιζαν από ανθρώπους που πιστέψαμε.
Κι αυτό επειδή οι ευκαιρίες τελείωσαν και οι άνθρωποι αυτοί, ανήκουν στον κάδο με τα σκουπίδια. Ανήκουν στον κάδο απορριμμάτων, όπως και ο αναπτήρας μου.
Φεύγουμε; σε ακούω να λες
Κι εγώ σου γνέφω καταφατικά.
Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και ανοίγεις το ραδιόφωνο.
Ξέρω που θα σε πάω, μου λες.
Κι εγώ αφήνομαι και σιγοτραγουδάω
Τα ξέρω αυτά τα βλέμματα, τα ξέρω αυτά τα δίχτυα
Βάζουν φωτιά στα αίματα, πλήρωσα και το έμαθα
του πόνου τα ξενύχτια
Είναι κάτι χαρακτήρες, τελειωμένοι αναπτήρες
Η καρδιά τους είναι άδεια, σου αφήνουνε σημάδια
και
Είναι κάτι χαρακτήρες, που σου στήνουν τις παρτίδες
πειραγμένα έχουν ζάρια και σου κλέβουν τα φεγγάρια
Βράδια φτηνά τα ντύνουνε, με ακριβές κουβέντες
Κι ύστερα μια σου δίνουνε, πιάνει βροχή και κλείνουνε
του έρωτα οι τέντες.
Είναι κάτι χαρακτήρες, τελειωμένοι αναπτήρες
Η καρδιά τους είναι άδεια, σου αφήνουνε σημάδια
και
Είναι κάτι χαρακτήρες, που σου στήνουν τις παρτίδες
πειραγμένα έχουν ζάρια και σου κλέβουν τα φεγγάρια.
Με κοιτάζεις και χαμογελάς
Η ώρα πέρασε πολύ γρήγορα μαζί σου.
Με πήγες εκεί που μας άρεσε να πηγαίνουμε τα βράδια
Εκεί που τα αστέρια φέγγουν πολύ έντονα, πολύ μακριά από τα φώτα της πόλης.
Απολαμβάνω τρελά την διαδρομή, ήταν η αγαπημένη μας βόλτα. Θυμάσαι;
Θυμάμαι σου απαντώ, όσα χρόνια κι αν πέρασαν
Κοίτα το φεγγάρι πως λάμπει, μου λες
Κι εγώ στρέφω το βλέμμα μου στον ουρανό. Είναι υπέροχο πράγματι, ψιθυρίζω.
Τελικά κανείς δεν μπορεί να μας κλέψει τα φεγγάρια.
Κάποιοι γεννηθήκαμε στο φως.
Σκύβω και σου δίνω ένα φιλί
Ανάμεσα στους τοξικούς ανθρώπους που μόλυναν την ζωή μου, θα είσαι η εξαίρεσή μου.
Σε ευχαριστώ.
για τον Γ. που ξέρει πάντα να είναι εκεί για εμένα.
