Τέσσερα χρόνια πέρασαν. Μου πήρε σχεδόν τρία ώστε μέσα μου να ενηλικιωθώ. Να αποδεχτώ πως δεν είσαι μέρος της ζωής μου. Όχι τουλάχιστον με την υπόσταση που είχες και ήξερα. Είμαι τόσο υπερήφανη που είσαι η μαμά μου. Είμαι τόσο  υπερήφανη, που είμαι κόρη σου. Βλέπω γύρω μου μητέρες, ακούω τις ιστορίες τους μέσα από τα παιδιά τους. Καμιά σαν εσένα. Ξέρεις σε φέρνω πολύ συχνά στην σκέψη μου. Έπαψα να είμαι θυμωμένη μαζί σου, που έφυγες, που με άφησες. Δεν σου κρατάω πια θυμό μαμά. 

Από τότε που έφυγες, αναγκάστηκα να τα καταφέρνω μόνη μου. Νομίζω πως το ήξερες, ότι έτσι θα γίνει. Το σπίτι σου έπαψε να είναι καταφύγιο για όλους εμάς. Ήταν η ώρα να χτίσουμε το δικό μας.

Είμαι πια σίγουρη πως όλα γίνονται την κατάλληλη στιγμή. Την στιγμή που μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε. Ο φίλος μου ο χρόνος πάντα λειτουργούσε υπέρ μου. Νοιώθω σα να βγήκα από ένα βαθύ, σκοτεινό τούνελ.

Ανατρέχω στις συζητήσεις μας και σήμερα μπορώ να σε ερμηνεύσω. Μπορώ να ερμηνεύσω τα βλέμματά σου, τις μικρές σιωπές σου, ανάμεσα στο νόημα που ήθελες να μου περάσεις. Μπορώ να ερμηνεύσω τον φόβο σου, όταν ένοιωθες τις καταιγίδες μου να με καταπίνουν. Θυμάμαι σαν τώρα πόσο φοβόσουν για μένα, σαν ερχόμουν με ορμή. Άραγε σε φόβιζε ή σε τρόμαζε περισσότερο αυτή μου η ορμή;

Νομίζω πιο πολύ το δεύτερο. Ό φόβος ερχόταν μετά. Ήταν ανησυχία, αγωνία, αμφιβολία, ένα ανάκατο μίγμα συναισθημάτων. Αν ήσουν εδώ σήμερα, ίσως εγώ να μην ήμουν αυτό που έγινα από όταν έφυγες. 

Πόσο τον αγαπώ τον χρόνο, πάντα στο έλεγα, θυμάμαι πως έβρισκες τον τρόπο που τον αντιμετώπιζα ιδιαίτερο. Κι εσύ και πολλοί άλλοι. Μα με δικαιώνει, με επιβεβαιώνει. Για αυτό τον αγαπώ.

Γιατί δεν έχει υπάρξει μια φορά κατάβαθα που να τον έχω εμπιστευθεί για καλό μου και να με έχει απογοητεύσει.

Σήμερα μπορώ να διακρίνω καθαρά, το πέπλο θλίψης που με είχε σκεπάσει. Το πέταξα από πάνω μου και ελευθερώθηκα. Είμαι βέβαιη πως το νοιώθεις. Είμαι βέβαιη πως νοιώθεις πως πατάω πιο σίγουρα από ποτέ, γιατί διαφορετικά δεν θα επικρατούσε αυτή η ψυχική ήρεμη σύνδεση μεταξύ μας. Θα ήσουν ανήσυχη.

Αύριο λοιπόν, είναι ακόμη μια πρωτόγνωρη μέρα για εμάς. Μια μέρα που δεν με τρόμαξε ούτε μια φορά, από την στιγμή που έφυγες. Την περίμενα. Προετοιμαζόμουν για αυτή την στιγμή. Είχα όλο το χρόνο για να το κάνω.

Έπαψα να πενθώ μέσα μου, έπαψα να έχω θυμό κι αυτό είναι απελευθερωτικό και λυτρωτικό μαζί. Και είναι υπέροχα αυτά τα συναισθήματα.

Έχω κάτι για σένα. Και ενώ ποτέ δεν μπορώ να θυμηθώ τα όσα έχω γράψει ύστερα από χρόνια εάν δεν τα διαβάσω, κατά ένα μαγικό τρόπο την στιγμή που τα διαβάζω, θυμάμαι πάντα την ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν, φοβερό δεν είναι;

Έρχεται από τον μακρινό Αύγουστο του 2016 μαμά

Αναπνοές

Αχ μαμά.

Με μεγάλωσες με όλη σου την αγάπη, με έμαθες να είμαι ένας σωστός άνθρωπος.

Να αγαπάω.

Να μαθαίνω από τα λάθη μου.

Να προσφέρω.

Να δίνω το χέρι μου.

Να βοηθάω τον συνάνθρωπο μου. Και το κάνω μαμά.

Αγωνίζομαι νύχτα μέρα να κερδίσω εμένα, την ευτυχία μου τα όνειρα μου.

Δίνω μάχες κάθε μέρα μαμά.

Κάποιες φορές εις βάρος μου…μη σου πω τις περισσότερες!

Μα ποτέ εις βάρος άλλων. Ποτέ ηθελημένα.  Ποτέ με δόλο.

Κάνω τις επιλογές μου και παίρνω όλο το κόστος ακόμα και όταν αυτό δεν μου αναλογεί.

Όμως κάποιοι μαμά με κλέβουν…

Κλέβουν τις στιγμές μου.

Αυτές που με κόπο κερδίζω και είναι δικές μου. Μόνο δικές μου.

Με πονάει αυτό ρε μαμά.

Δε με αφήνουν να τις χαρώ.

Γιατί;

Εγώ πίστεψα πως τους δίνεις αγάπη και παίρνεις αγάπη.

Πίστεψα πως με το χαμόγελο μαλακώνουν οι γκρίζες γραμμές της ψυχής τους.

Πίστεψα πως θα αγαπάνε τον άνθρωπο με ειλικρίνεια μα αυτοί τον φοβούνται και τον αποφεύγουν.

Πίστεψα στους ανθρώπους.

Μα αυτοί με φλόμωσαν στο ψέμα.

Αχ μαμά.

Τα έδωσα όλα.

Όλα.

Με όλη μου τη ψυχή.

Μαμά πίστεψε με δε θες να ξέρεις τι πήρα…

Και προχωράω

Όπως με έμαθες.

Μπροστά, με το κεφάλι ψηλά, με χαμόγελο και παρέα τις αλήθειες μου.

Μόνο μπροστά.

Όμως φοβάμαι ρε μαμά, φοβάμαι πολύ.

Σαν τότε που ήμουν μικρή, θυμάσαι;

Μόνο που τώρα δε φοβάμαι τα σκοτάδια, ούτε τους δράκους

Τώρα φοβάμαι αληθινά πολύ.

Γιατί έγινα και εγώ μαμά.

Και νοιώθω πως όσα και να τους μάθω, όσα σωστά κι αν τους διδάξω και εγώ με τη σειρά μου, φοβάμαι πως θα πονέσουν και θα πληγωθούν.

Ξέρω ρε μαμά…

Έτσι γίνεται

Έτσι μαθαίνεις

Έτσι αξιώνεσαι να λέγεσαι Άνθρωπος.

Αχ μα δε μου αρέσει αυτός ο κόσμος ρε μαμά

Σα να μη χωράμε εδώ

Είναι άδικος, σκληρός, είναι πολύ ψεύτικος.

Μαμά;

Μάθε με πάλι…

Πάλι απ’ την αρχή.

Μα αυτή τη φορά, κάνε με αν θες λίγο πιο δυνατή. Ακόμα πιο δυνατή.

Στάξε μου λίγο μέταλλο παραπάνω, ατσάλι κατά προτίμηση για να γίνω πιο σκληρή, να αντέχω παραπάνω.

Ρίξε μου και μπόλικες σταγόνες, από διαφορετικά  χρώματα  ώστε να μπορώ να τους ξεχωρίζω. Τους καλούς απ’ τους κακούς.

Και ξέρεις ποια είναι η ειρωνεία μαμά;

Όσο πιο πολύ με πονάνε, όσο πιο πολύ με απογοητεύουν, όσο πιο πολύ απομακρύνομαι από αυτούς, ακόμα πιο πολύ πιστεύω στον άνθρωπο και όλο και πιο κοντά στην αγάπη πάω.

Αναπνοές

Αύριο μαμά θα σε δω πάλι, όπως ποτέ δεν σε έχω ξαναδεί.

Σ’ αγαπώ, σήμερα, αύριο, όσο θα υπάρχω.

Το μωρό σου!