Με αφορμή το τελευταίο μας ταξίδι με την Μαρία, κοιτώντας και αναπολώντας τα μέρη και τις στιγμές που ζήσαμε, γεννήθηκε αυτό το άρθρο.
Το θέμα μου είναι οι Έλληνες του εξωτερικού. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή.
Κάθε ταξίδι μας γεννιέται από την φράση, Τίνα βγαίνω σε άδεια. Αυτή είναι η μαγική φράση κλειδί που το μυαλό μου αρχίζει να φαντασιώνεται και να προγραμματίζει τον επόμενο προορισμό μας.
Σταθερά επιλέγω εξωτερικό, γιατί η αίσθηση μιας χώρας που δεν γνωρίζω με εξιτάρει, ώστε να την εξερευνήσω στο μέγιστο των δυνατοτήτων μου. Επίσης στο εξωτερικό απελευθερώνεται η αίσθηση ελευθερίας, που για εμένα και τον ψυχισμό μου είναι τεράστιας σημασίας.
Έτσι λοιπόν με λίγες αποσκευές, με ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα αρχίζει να χαρτογραφείται το νέο μας ταξίδι. Η επιλογή του προορισμού είναι τυχαία. Άλλωστε το μότο μας είναι, πως σημασία δεν έχει ο προορισμός, αλλά το ταξίδι!
Βρισκόμαστε λοιπόν στο Lidl για να εφοδιαστούμε με μερικά σνάκ για τις βραδυνές μας λιγούρες, όσο βρισκόμαστε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου για λίγη ξεκούραση και ανασύνταξη δυνάμεων. Είναι Δευτέρα νωρίς το απόγευμα. Έχουμε αποφασίσει να γυρίσουμε στο δωμάτιο και να βγούμε πιο αργά το βράδυ, ώστε να δούμε και την νυχτερινή πλευρά της πόλης.
Αυτό είναι κάτι που κάνουμε με την Μαρία στα τελευταία τρία ταξίδια μας. Μέχρι τότε λόγω ηλικίας της μικρής, αισθανόμουν πιο ασφαλής νωρίς το βράδυ, να βρισκόμασταν ήδη στο ξενοδοχείο μας.
Στεκόμαστε που λες, σε μια ουρά τουλάχιστον εκατό ανθρώπων. Σοκ και δέος. Στα καλάθια τους κρατούσαν ελάχιστα πράγματα, αλλά όπως και να το δεις 40 λεπτά, θα ήταν τουλάχιστον η αναμονή!
Άρχισα την μουρμούρα, λεφτά μοιράζουν ρε φίλε και αλλά τέτοια…Σχολιάζαμε με την Μαρία διάφορα πράγματα που είχαμε δει στην βόλτα μας, όταν σε κάποια στιγμή διαπιστώσαμε πως αρκετά γρήγορα, πλησίαζε η σειρά μας. Άντε λέω επιτέλους, για δυο πράγματα ήρθαμε μισή ώρα θα φάμε.
Κάθε Δευτέρα, αυτό γίνεται να ξέρεις, ακούω μια κοπέλα να μου λέει δυο θέσεις πίσω μας.
Γυρίζω χαμογελώντας με μια απίστευτη αίσθηση χαράς και φυσικής οικειότητας λέγοντας, που είσαι ρε πατρίδα, τόσες μέρες έχω πήξει στο thanks και στο goodmorning!
Η κοπέλα μου γέλασε εγκάρδια ανταποδίδοντας οικειότητα και χαρά.
Είναι το μόνο Lidl και καλύπτει τέσσερις περιοχές. Κάθε Δευτέρα έχει προσφορές και ερχόμαστε για τα λίγα ψώνια των πρώτων ημερών, μου εξηγούσε.
Από που είστε; ρωτούσε με ενδιαφέρων.
Η ίδια ήταν από την Καλαμάτα και ζούσε εννέα χρόνια ήδη εδώ.
Συναντήσαμε Έλληνες από την Αθήνα, από την Κύπρο, Έλληνες που ζούσαν και εργάζονταν εκεί χρόνια.
Κοινό στοιχείο σε όλες μας τις γνωριμίες, που εκείνοι μας προσέγγιζαν ακούγοντας να μιλάμε Ελληνικά, ήταν η χαρά, η οικειότητα και η αίσθηση ενός δικού σου ανθρώπου. Ενός ανθρώπου που μιλούσες την ίδια γλώσσα. Που σου ήταν αδιάφορο το ότι είσαστε άγνωστοι. Η κουβέντα ξεκινούσε από που είστε; και όλα αμέσως ήταν γνωστά.
Από τον Αλέξανδρο στην Λεμεσό, την Κωνσταντίνα που μου έδειξε πως να πάω στον τοίχο της αγάπης στην Μονμάρτρη, την κυρία Καίτη από την Λάρισα στην Μπρύζ, την Αθηνά από την Σκόπελο, στον στίβο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Βέλγιο, τον Κώστα από την Αγ. Παρασκεύη στο Λονδίνο, την Ιωάννα στο ιταλικό εστιατόριο, την Άννα από την Αρκαδία στο Μπράιτον, την Ελένη από την Κύπρο στην Disneyland, μέχρι τον Γιάννη από την Φλωρεντία, να ξέρετε φορές φορές πιστεύω, πως εσείς όλοι εκεί στα πέρατα του κόσμου, είστε αληθινά οι Έλληνες.
Καλή αντάμωση αδέρφια στα επόμενα ταξίδια μας!
