Από καιρό σε καιρό συνηθίζω να κάνω ένα ξεσκαρτάρισμα. Από ρούχα, πράγματα και φυσικά γραπτά. Πολλές φορές για να μην χάσω τις σκέψεις μου, μπορεί να τις αποτυπώσω ακόμη και σε μια χαρτοπετσέτα. Με αφορμή λοιπόν αυτή μου την συνήθεια, έπεσα σε πλήθος γραπτών μου, που αν με ρωτούσες δεν θα θυμόμουν καν την ύπαρξή τους. Τα διάβασα ένα ένα. Κάποια θα τα μοιραστώ μαζί σας εδώ, ενώ κάποια άλλα θα μείνουν μόνο για εμένα.

Σκέφτομαι διαβάζοντας πόσο έχω αλλάξει. Σε μερικά θυμήθηκα πως ένοιωθα όταν τα έγραφα και κάποια άλλα είναι πια μακριά από αυτό που είμαι σήμερα. Όμως είναι όλα εγώ. Μέρος δικό μου. Δεν θα κινηθώ χρονολογικά γιατί αυτό δεν έχει σημασία. Θέλω όμως να πάμε λίγο πίσω, γιατί θέλω να ενταχθούν κι αυτά στα όσα εδώ σας αφήνω. Πάμε λοιπόν!

Νοιώθω σαν κάποιος να με έχει ρίξει σε ένα ποτάμι. Τα νερά του είναι παγωμένα και θολά και δεν μπορώ να διακρίνω καθαρά, τι είναι ακριβώς εκείνο που βρίσκεται στο βάθος του. Βρίσκομαι μέσα και κολυμπάω. Γύρω μου δεν υπάρχει στεριά, εγώ όμως επιμένω να κολυμπάω.

Στο παιχνίδι της ζωής μαθαίνω κι εγώ να παίζω. Κι ενώ σχεδόν πάντα προσπαθούσα να πάω κόντρα στο ρεύμα, θεωρώντας πως ίσως καταφέρω να το αλλάξω, με τις απόψεις μου, με τα λόγια μου, με τις πράξεις μου τις ίδιες και με ότι μέσο επιτέλους διέθετα, κουράστηκα.

Φαντάσου σαν να έχεις πάρει από το χέρι έναν τυφλό και να τον ρωτάς σε καθετί που εσύ βλέπεις, γιατί δεν το βλέπει.

Μοιάζει αδύνατον να το δει.

Έτσι λοιπόν ο δρόμος της ροής, έγινε μονόδρομος.

Ποια είμαι εγώ που θα κάνω κάποιον να δει; Όσα βλέπω, με τον τρόπο που τα βλέπω.

Και για ποιον λόγο να το κάνω αυτό;

Η φυσική ροή έχει την μαγική ιδιότητα, να βάζει τα πράγματα στην σωστή τους θέση. Το ανακάλυψα και αυτό και δεν το κρύβω πως μου αρέσει πολύ.

Ποιος είπε πως η ενηλικίωση έρχεται στα 18; Όποιος κι αν το είπε έχει κάνει λάθος. Η ενηλικίωση άλλοτε μπορεί να έρθει νωρίς και άλλοτε αργά. Όταν είσαι έτοιμος να την διαχειριστείς. Ή γίνεσαι έτοιμος να την διαχειριστείς.

Το να μπορέσεις να πεις κουράστηκα, ακόμα και βαρέθηκα να ασχολούμαι με κάποιους ανθρώπους, με την μορφή εκείνη που απορροφούν την δική σου ενέργεια, είναι λύτρωση.

Αναλωνόμαστε σε θέματα ασήμαντα, όταν τα σημαντικά βρίσκονται αλλού.

Τώρα πια ύστερα από έναν χρόνο ενηλικιωμένη, θυμήθηκα ένα κείμενο που μιλούσε για απώλειες. Θυμάμαι εκείνη την μέρα που γραφόταν, πολύ μακριά από το σήμερα, απραγματοποίητο για το δικό μου τώρα.

Μετράμε απώλειες. Ζωντανές και νεκρές. Χθεσινές και σημερινές.

Και σαν ενήλικοι μαθαίνουμε να ζούμε με αυτές.

Η ζωή με εξέπληξε αρκετές φορές. Πότε ευχάριστα, πότε δυσάρεστα. Την δεδομένη στιγμή δεν είμαι σε θέση να μπορώ να ζυγίσω τα υπέρ ή τα κατά, ή την όποια ισορροπία βρήκαν αυτές οι αμφίρροπες πλευρές της ζωής. Ο κοινός παρονομαστής και αυτό που κρατώ, είναι οι εκπλήξεις είτε στα ευχάριστα, είτε στα δυσάρεστα.

Αν η μοίρα του ανθρώπου την στιγμή της γέννησής μας είναι προκαθορισμένη, εάν οι μοίρες μας ραίνουν την στιγμή που ερχόμαστε στην ζωή, τότε οι δικές μου υπήρξαν υπέρ του δέοντος απλόχερες μαζί μου. Η ένταση, η δυναμική των γεγονότων υπήρξε καθηλωτική. Αυτό το εκτιμώ ιδιαίτερα. Αγαπώ τα δυνατά συναισθήματα, ζω με πάθος, μιλάω με πάθος, αντιμετωπίζω τα θετικά και τα αρνητικά με πάθος.

Δεν ανήκω σε εκείνους που στον καμβά της ζωής τους δεν θα άλλαζαν πινελιές. Εγώ θα πρόσθετα λίγο ακόμη κόκκινο κάπου παραπάνω, θα χρωμάτιζα κάπου αλλού κάτι λιγότερο έντονο, από αυτό που αρχικά έβαλα.

Όμως τώρα ο πίνακας είναι ήδη βαμμένος, ότι ζωγράφισα ζωγράφισα, οπότε ελάχιστα κενά για θεαματικές παρεμβάσεις, ουσιαστικές όμως για την τελική του μορφή, δύναμαι να κάνω.

Έτσι λοιπόν τον αντιμετωπίζω ως πολύτιμο έργο τέχνης, αφού πάνω του ζωγράφισα την ζωή μου.

Μικρή ακόμα ώστε να πάψω να ελπίζω, μεγάλη αρκετά ώστε να διακρίνω τις παγίδες. Να χτίζω, να αναθεωρώ, να προσαρμόζω, να ενσωματώνω. Εξέλιξη, αναζήτηση, μου αρέσει αρκετά κι αυτό.

Δεν τις φοβάμαι τις αλλαγές, ίσως γιατί εγώ η ίδια τις προκάλεσα. Όσο για τις απρόσμενες που με βρήκαν ανυποψίαστη αν και με ξάφνιασαν, τις καλοδέχτηκα κι αυτές.

Έχω παρατηρήσει πως κλείνομαι. Συνειδητά προς τον εαυτό μου. Όλο και λιγότερο με αγγίζουν οι άνθρωποι. Με ανεπαίσθητα μικρά βήματα αποστασιοποιούμαι. Με αγγίζουν, μου μιλούν, λένε και δείχνουν να με κατανοούν, αλλά δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα. Κι είναι τόσο σημαντικό στις σχέσεις των ανθρώπων να μιλούν την ίδια γλώσσα. Εκφράζομαι ελεύθερα δίχως καθόλου να με ενδιαφέρει ο αντίκτυπος των όσων λέω.

Παράξενη εποχή, πρωτόγνωρες ενέργειες. Σαν κάτι νέο που έρχεται αλλά δεν ξέρεις ακριβώς τι βήματα να κάνεις, που θα σε πάνε…

Θεμιτό, αθέμιτο, ευχάριστο, δυσάρεστο, εύκολο, δύσκολο.

Μια ρόδα που συνεχώς γυρίζει. Μα κι αν μερικές φορές κουράστηκα να γυρνάω επάνω της κι αν μερικές φορές βαρέθηκα τα πάνω και τα κάτω της κι αν μερικές φορές δεν το κρύβω πως ζήτησα να κατέβω, δεν το έκανα. Δεν πήδηξα, δεν δραπέτευσα από αυτήν.

Γιατί κατάλαβα πως η ζωή είναι μόνο μια στιγμή στο ταξίδι του χρόνου, στο απέραντο ταξίδι το χρόνου. Κάποια στιγμή εγώ θα πέσω από την ρόδα, εκείνη όμως δεν θα πάψει ποτέ να γυρνά.

Άρα τι μου μένει να κάνω;

Να απολαύσω την βόλτα μου επάνω στην ρόδα, να παίξω, να γελάσω. Να δοκιμάσω τις αντοχές μου, τους φόβους, τα όριά μου.

Και ναι  αν χρειαστεί ακόμη και να κολυμπήσω σε παγωμένα νερά, θα το κάνω.

Κι όταν έρθει ή ώρα που θα πέσω από την ρόδα, να γελάσω και να φωνάξω πως έζησα!