Λίγες ημέρες πριν το μεγάλο, το χρυσό όπως ακριβώς η Εκκλησία μας αποκαλεί κόλλυβο, έπεσε στα χέρια μου ένα άρθρο γραμμένο σε μια μικρή τοπική εφημερίδα όχι του νησιού, άσχετη με εμένα. Το άρθρο μιλούσε για μια οικογένεια Αρμενίων και την πορεία της από γενεά σε γενεά μέσα στο πέρασμα των χρόνων.

Μνήμες άρχισαν να με κατακλύζουν από τα παιδικά μου χρόνια. Το πατρικό μας σπίτι αγορασμένο από τον παππού μου για την μαμά μου, πέρασε στα χέρια τους από ανταλλαγή. Στην ουσία σε άλλη περιοχή της το αγόρασε, αλλά επειδή δεν της άρεσε εκείνη η γειτονιά, το αντάλλαξε τα παλιά χρόνια με το εν τέλει πατρικό μας. Πράγματα που δεν συμβαίνουν σήμερα ε;

Εκεί λοιπόν είχαν εγκατασταθεί μετανάστες από την Αρμενία. Όλη η γειτονιά, όλα τα διαμερίσματα αποτελούνταν από οικογένειες Αρμενίων.

Μεγάλωσα μαζί τους. Έμαθα τα έθιμά τους και ακόμη έχω μνήμες από την περίοδο των Χριστουγεννιάτικων εορτών. Στην δική τους παράδοση το βράδυ της παραμονής των Φώτων, βγαίνουν και λένε τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι. Τους περίμενα κάθε χρόνο τέτοιο βράδυ. Ξενυχτούσαμε με την αδερφή μου. Είχα μάθει να τα ακούω και τα ψιθύριζα από μέσα μου καθώς τους άκουγα. Σχεδόν κάθε μέρα έτρωγα από τα παραδοσιακά τους πιάτα. Άλλοτε τους έδινα και παραγγελιές. Η κυρά Μαριαννή έφτιαχνε θεικά μαντί. Δεν έχω ξαναφάει τελειότερα στην ζωή μου μέχρι και σήμερα. Βασικά δεν ξαναέφαγα ποτέ μετά τον θάνατό της, σχεδόν εκατό έφτασε. Με μυαλό ξυράφι, πονηρό μάτι και απίστευτο χιούμορ. Η αγαπημένη μου η Βερόν μου, η λατρεμένη μου Βερόν μου έφτιαχνε λεχματζούν. Κουλουράκια και τσουρέκια που μου τα έκρυβε σε τεράστια κοφίνια σκεπασμένα με λινή μεγάλη πετσέτα, κάτω από το ψηλό σιδερένιο κρεβάτι της.

Τσιλιβήθρα όλα μου τα χρόνια, τρύπωνα καθώς έπιναν καφέ με τις γειτόνισσες και έτρωγα. Πάντα με ανακάλυπτε και πάντα με μάλωνε και εγώ αθυρόστομη από μικρή, άρχιζα τα μπινελίκια μου.

Έφευγα θυμωμένη και ξαναεπέστρεφα με ένα μικρό βαλιτσάκι που είχα μέσα τον Λάκι μου, τον φλιτάκια μου και το μαξιλάρι μου. Βρόνταγα με δύναμη την πόρτα του σπιτιού μας, μουρμουρώντας την μάνα μου, ανέβαινα τα σκαλιά και τσούπ, πάλι στην πόρτα της βρισκόμουν.

Καλώς την μου έλεγε, σε μάλωσε η μάνα σου και μας θυμήθηκες; Πάντα ο ίδιος διάλογος.

Με λάτρευε, όπως κι εγώ εκείνη.

Η Μάρθα η αδερφή της ήταν η πρώτη μου επαφή με άτομο με ειδικές ανάγκες. Δεν έμαθα ποτέ τι είχε και ούτε ποτέ με ενδιέφερε. Η οικογένεια τους ήταν δική μου οικογένεια κυριολεκτικά. Κοιμόμουν σπίτι τους, έτρωγα σπίτι τους, ζούσα στο σπίτι τους.

Ήμουν ένα περίεργο παιδί, μου άρεσε να καταγράφω τις συνήθειες, τις καθημερινές τους στιγμές. Τα απογεύματα και πολλά βράδια η μαμά μου πήγαινε και πολλές φορές και εγώ μαζί της μια και ήμουν το μικρότερο και πάντα έτρεχα ουρά της, στις γειτόνισσες που ζούσαν μόνες. Γριές τις θυμάμαι. Τους πηγαίναμε ένα πιάτο φαΐ μεσημέρι και βράδυ. Τους κάναμε παρέα. Άλλοτε ήταν άρρωστες και η μαμά μου τις έτριβε. Φάρμακα, ψώνια, ψωμί και γάλα. Μετά το σχολείο ανάμεσα στο διάβασμα και το παιχνίδι μου στην γειτονιά, αυτά ήταν η δική μου καθημερινότητα.

Η Αλίς, η Ντάνα η κυρά Βαγγελιώ που ανταλλάσσαμε βρομόλογα, γιατί της άρεσε να μου κολλάει και να τα ακούει.

Πόσο συχνά τις θυμάμαι και πόσο τις αγαπώ. Όλες τους.

Τα χρόνια περνούσαν και μια μια έφευγαν. Κάποιες δεν είχαν κανέναν. Δεν είχαν άντρα, παιδιά. Η Ζέττα ήταν πάντα εκεί.

Ήταν σπουδαία γυναίκα η μάνα μου. Τώρα αναγνωρίζω πόσο σπουδαία γυναίκα υπήρξε πάντα, από νέα. Μας έμαθε να προσφέρουμε, να σεβόμαστε, να βοηθάμε, να συντρέχουμε. Όχι με λόγια και νουθεσίες. Με την στάση της ζωής της.

Όλες μου λοιπόν οι παιδικές αναμνήσεις είναι συνυφασμένες με τους Αρμένιους. Που πάντα στην καρδιά μου έχουν ξεχωριστή και σεβαστή θέση.

Έκανα και κουμπαριά! Η μια κόρη της Βερόν με πάντρεψε, μου βάφτισε την Ζέττα μου. Άνθρωποι της καρδιάς μου, άνθρωποι που με ξέρουν από την κοιλιά της μάνας μου. Που με όσους ζουν, έχω ακόμη επαφές και ένα ισχυρό δέσιμο που όμοιό του δεν υπάρχει.

Άνθρωποι της καρδιάς μου, που μνημονεύω για τις ψυχές τους.

Αυτό το άρθρο, άνοιξε το κουτί των παιδικών μου αναμνήσεων. Αναδύθηκαν εικόνες, ήχοι, μυρωδιές, στιγμές της ζωής μου. Και πλημμύρισα αγάπη… αγάπη… .