Αν θυμόταν καλά ήταν εννέα Δεκέμβρη. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον χρόνο αλλά είχε δει ένα όνειρο, που βγήκε πραγματικό. Ήταν λίγο μετά τις δώδεκα όταν χτύπησε το τηλέφωνό της.
Λίγες ώρες είχαν περάσει που είχαν χωριστεί.
Ο πατέρας μου έφυγε της είπε.
Έδωσαν ραντεβού στο δρόμο, γιατί θα έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής για την κηδεία. Καθίσαν μέσα στο αυτοκίνητο. Ήταν αγκαλιά της και έκλαιγε με αναφιλητά. Πέρασε κοντά τη μία ώρα που προσπαθούσε με λόγια παρηγοριάς να τον κάνει να αισθανθεί λίγο καλύτερα.
Η μητέρα της πέθανε δύο χρόνια αργότερα. Για την ακρίβεια την πρώτη ημέρα της πρώτης καραντίνας. Την ημέρα του θανάτου ξημερώματα, τον κάλεσε στο τηλέφωνο κλαίγοντας. Είχε ανάγκη να τον ακούσει, να της μιλήσει, να ακούσει τον πόνο της. Δεν το σήκωσε ποτέ εκείνο το τηλεφώνημα.
Τρείς μέρες μετά του το ανακοίνωσε.
Τρία περίπου χρόνια μετά πέθανε ο πεθερός του. Ήταν αδιάφορος, ψυχρός αποστασιοποιημένος συναισθηματικά.
Σκέφτομαι λοιπόν εκείνους τους εγωιστές. Εκείνους τους λίγους, τους μικρούς που το μόνο που ξέρουν καλά, είναι να πιστεύουν πως οι άλλοι είναι δεδομένοι.
Δεδομένο πως θα είναι εκεί, δεδομένο πως θα τους συμπαρασταθούν, δεδομένο πως θα τους καταλάβουν.
Εκείνο που πάντα με εκπλήσσει στους ανθρώπους είναι το πόσο σκληροί μπορούν να γίνουν. Πόσο σκληροί, αδιάφοροι με ανθρώπους που λένε πως αγαπάνε.
Μεγαλώνω ένα παιδί με αναπηρία κι όμως τους πιο ανάπηρους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου, τους είδα με κολλαριστό πουκάμισο και πολύ ευαισθησία. Είναι οι συναισθηματικά ανάπηροι, όπως εγώ τους αποκαλώ.
Άδειοι μέσα τους. Με παραποιημένα στοιχεία αγάπης, συμπόνιας, ενσυναίσθησης.
Σου μιλάνε και λες τι ψυχούλα και μέσα τους είναι γρανίτες. Κάπου κάπου φαίνονται στην συμπεριφορά τους, αλλά έχουν ένα τρόπο να σε ξεγελάνε, να σε πείθουν για τα αγνά τους συναισθήματα.
Και ξέρεις αυτό που θεωρώ πιο επικίνδυνο σε αυτούς δεν είναι τόσο αν είναι σκληροί, αυτό το δέχομαι σε έναν άνθρωπο. Εκείνο που με τρομάζει είναι η επικάλυψη της πραγματικότητας. Το πόσο αριστοτεχνικά κρύβουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα.
Αυτό το είδος κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Κι εγώ νοιώθω πολύ τυχερή. Γιατί τους είδα, κατάφερα και είδα μέσα τους και πια τους αναγνωρίζω, κάτι που θα με βοηθήσει στο μέλλον.
Κάποτε τους λυπόμουν, μα τώρα πια όχι. Είναι άξιοι της μοίρας τους. Αποποιούνται την κακομοιριά, μα είναι τόσο κακόμοιροι οι ίδιοι.
Εκείνο που λίγο με λυπεί είναι που με επιβεβαιώνουν. Επιβεβαιώνουν αυτά που σαν αστραπές έχω καταφέρει να διακρίνω. Αλλά πάλι λέω ευτυχώς.
Αγαπώ πολύ τα γνωμικά και τις παροιμίες. Κάνω χρήση συχνά πυκνά. Ένα από τα αγαπημένα μου που τηρώ και πιστεύω, είναι το κάθε εμπόδιο για καλό.
Μια συμβουλή που μπορώ να δώσω, αν έχεις κάποιον τέτοιο άνθρωπο στη ζωή σου, είναι η εξής: Πίστεψε ότι επιθυμείς, αλλά ποτέ μη πιστέψεις πως αυτό το είδος θα αλλάξει. Ούτε για εσένα, ούτε για κανέναν.
Το είχες δεδομένο
Συμβολαιογραφημένο
Στον κόμπο σου δεμένο
Στον στάβλο σου κλεισμένο
Πως θα ‘μαι πάντα ταίρι σου
Φεγγάρι και αστέρι σου
Ο ίσκιος σου και ο κάβος σου
Υπήκοος και σκλάβος σου
Ποιος το ‘πε και το πίστεψες
Και την αλήθεια λήστεψες
Είχες πάντα ένα ελάττωμα
Πόρτες άνοιγες στο πάτωμα
Βρες την εξώπορτα και φύγε
Σκυφτέ ανάξιε και λίγε
Το είχες καρφωμένο
Καλοσυγυρισμένο
Στην τράπεζα δοσμένο
Και εξαργυρωμένο
Πως θα ‘μαι πάντα πλάι σου
Να κάνω το κολάι σου
Ένας αιώνιος φίλοq σου
Ο batler και ο σκύλος σου
Ποιος το ‘πε και το πίστεψες
Και την αλήθεια λήστεψες
Είχες πάντα ένα ελάττωμα
Πόρτες άνοιγες στο πάτωμα
Βρες την εξώπορτα και φύγε
Σκυφτέ ανάξιε και λίγε
Ένα υπέροχο τραγούδι που αξίζει να ακούσετε
Το δεδομένο
Χάρις Αλεξίου
