Πόνεσαν τα πόδια μου μες τα τόσα ταξίδια. Τα βράδια έγερνα το σώμα επάνω στα απαλά νερά της θάλασσας. Στον αφρό της που έμοιαζε με σύννεφο, εκεί στην ακτή που έσκαγε και έσβηνε σαν να σιωπούσε και εκείνη.
Κουρασμένη κι αποκαμωμένη όλο ρωτούσα.
Έχει πολύ όνειρο δρόμο, ακόμη;
Είναι μακριά το σύννεφο που θα ζήσω;
Κι η μέρα έσβηνε και ερχόταν η επόμενη, κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη.
Τόσες μέρες, όσες τόσες ιστορίες.
Πόσες ιστορίες μπορεί να χωρέσουν σε είκοσι τέσσερις ώρες;
Έκανα τόσα ταξίδια, τα μεσημέρια τυφλωνόμουν από τον καυτό τον ήλιο. Και τις νύχτες ξοδευόμουν σπάταλα σαν φυσικός καταρράκτης.
Και κάθε αγάπη ήταν ένα σπίτι. Με φιλοξενούσε, μου έδινε για φαγητό φιλιά και χάδια. Ερωτικά λόγια για να ξεδιψάσω και χρωστούμενα άγραφα για να ΄χω να ονειρεύομαι.
Κι ύστερα μια έξωση, γιατί δεν πλήρωνα το ψέμα. Ήμουν λέει ασυνεπής στο ψεύδος.
Μα εγώ γεννήθηκα απ΄ όνειρο.
Πως να στριμώξεις ένα όνειρο σε τέσσερις τοίχους ψέμα;
Πως να σε ορίσει, μια απλόχερα ευκολία. Μια εξόρυξη ανάμεσα σε επιτρέπεται και απαγορεύεται.
Έτσι για χρόνια, ταξίδευα με σταθερή παρέα την αναμονή.
Κι όλο επέστρεφα στην θάλασσα και πάντα της ακουμπούσα την ανταρσία μου.
Το επαναστατικό σημάδι της γέννησής μου.
Μιλούσα στα αστέρια, γιατί ήξερα πως ακόμα κι όταν χαθώ, αυτά όσα τους έχω πει θα τα μεταφέρουν σε αυτιά άλλων. Μάλλον ίδιων, με εμένα.
Μιλούσα στα αστέρια, γιατί ήξερα πως ακόμα κι όταν χαθώ, οι λέξεις μου θα ταξιδεύουν αιώνια.
Θα συναντούν κάποιους ξεχασμένους, κάποιους φοβισμένους και τα αστέρια θα συνωμοτούν και θα τους ψιθυρίζουν, μείνε ατρόμητος.
Κι αν θέλω να κρατήσεις κάτι απ΄ όλα όσα σου πουν, κράτα τις λέξεις αγάπη, πάθος ελευθερία.
Να αφήνεσαι, να σε παίρνει το κύμα. Να κουνάς απαλά τα πόδια που και που.
..και να μην φοβάσαι.
Εάν βυθισθώμεν, ας βυθιστώμεν εις τον
ωκεανόν και ουχί εις την σκάφην.
Μ. Λουντέμης.
